外はずれ

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τέλος, όριο, άκρο, κορυφή, παρυφές
  2. 02 αποτυχία, αστοχία, άκυρο (π.χ. λαχείο)

Παραδείγματα

  • このくじは外はずれです。

    Αυτό το λαχείο είναι άκυρο.

  • その意見いけんは議論ぎろんの論点ろんてんから外はれだ。

    Αυτή η άποψη είναι εκτός θέματος της συζήτησης.

  • 都会とかいの喧騒けんそうから少すこし外はれにあるカフェで、静しずかに読書どくしょを楽たのしんだ。

    Απόλαυσα ήσυχα την ανάγνωση σε ένα καφέ που βρίσκεται λίγο έξω από τη φασαρία της πόλης.