外はずれる

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποσυνδέομαι, βγαίνω από τη θέση μου, φεύγω, είμαι εκτός (π.χ. λειτουργίας, ταχύτητας)
  2. 02 αστοχώ, πέφτω έξω (π.χ. σε πρόβλεψη, σε προσδοκία), δεν κερδίζω (π.χ. σε λοταρία)
  3. 03 αφαιρούμαι, απομακρύνομαι, αποκλείομαι
  4. 04 έρχομαι σε αντίθεση, αντιβαίνω, πηγαίνω κόντρα

Παραδείγματα

  • ボタンが外はずれる。

    Το κουμπί βγήκε.

  • 天気予報てんきよほうが外はずれて、雨あめが降ふった。

    Η πρόβλεψη του καιρού έπεσε έξω και έβρεξε.

  • 彼かれの言動げんどうは私わたしたちの期待きたいを大おおきく外はずれていて、少すこし残念ざんねんでした。

    Η συμπεριφορά του ξέφυγε πολύ από τις προσδοκίες μας, και αυτό ήταν λίγο απογοητευτικό.

Κλίση

Παρόν (απλό)
外れる
Παρόν (ευγενικό)
外れます
Άρνηση (απλή)
外れない
Άρνηση (ευγενική)
外れません
Παρελθόν (απλό)
外れた
Παρελθόν (ευγενικό)
外れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
外れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
外れませんでした
Τε-μορφή
外れて
Δυνητική
外れられる
Προστακτική
外れろ
Βουλητική
外れよう
Υποθετική (ば)
外れれば