外化
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εξωτερίκευση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 外化する
- Παρόν (ευγενικό)
- 外化します
- Άρνηση (απλή)
- 外化しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 外化しません
- Παρελθόν (απλό)
- 外化した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 外化しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 外化しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 外化しませんでした
- Τε-μορφή
- 外化して
- Δυνητική
- 外化できる
- Προστακτική
- 外化しろ
- Βουλητική
- 外化しよう
- Υποθετική (ば)
- 外化すれば
- Υποθετική (たら)
- 外化したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 外化したい
- Απαγορευτική (~な)
- 外化するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 外化しなさい
- Παθητική
- 外化される
- Αιτιατική
- 外化させる