がい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξωτερίκευση

Κλίση

Παρόν (απλό)
外化する
Παρόν (ευγενικό)
外化します
Άρνηση (απλή)
外化しない
Άρνηση (ευγενική)
外化しません
Παρελθόν (απλό)
外化した
Παρελθόν (ευγενικό)
外化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
外化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
外化しませんでした
Τε-μορφή
外化して
Δυνητική
外化できる
Προστακτική
外化しろ
Βουλητική
外化しよう
Υποθετική (ば)
外化すれば