がいこくにルーツを

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έχω καταγωγή από το εξωτερικό (μέσω υπηκοότητας, προγόνων κ.λπ.), έχω ξένη καταγωγή

Κλίση

Παρόν (απλό)
外国にルーツを持つ
Παρόν (ευγενικό)
外国にルーツを持ちます
Άρνηση (απλή)
外国にルーツを持たない
Άρνηση (ευγενική)
外国にルーツを持ちません
Παρελθόν (απλό)
外国にルーツを持った
Παρελθόν (ευγενικό)
外国にルーツを持ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
外国にルーツを持たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
外国にルーツを持ちませんでした
Τε-μορφή
外国にルーツを持って
Δυνητική
外国にルーツを持てる
Προστακτική
外国にルーツを持て
Βουλητική
外国にルーツを持とう
Υποθετική (ば)
外国にルーツを持てば