がいはく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διανυκτέρευση εκτός σπιτιού, παραμονή εκτός οικίας κατά τη διάρκεια της νύχτας, επιστροφή στο σπίτι για το βράδυ (π.χ. από νοσοκομείο), διανυκτέρευση στο σπίτι κάποιου άλλου

Κλίση

Παρόν (απλό)
外泊する
Παρόν (ευγενικό)
外泊します
Άρνηση (απλή)
外泊しない
Άρνηση (ευγενική)
外泊しません
Παρελθόν (απλό)
外泊した
Παρελθόν (ευγενικό)
外泊しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
外泊しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
外泊しませんでした
Τε-μορφή
外泊して
Δυνητική
外泊できる
Προστακτική
外泊しろ
Βουλητική
外泊しよう
Υποθετική (ば)
外泊すれば