かく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πολυδιάσπαση, διαφοροποίηση δραστηριοτήτων

Κλίση

Παρόν (απλό)
多角化する
Παρόν (ευγενικό)
多角化します
Άρνηση (απλή)
多角化しない
Άρνηση (ευγενική)
多角化しません
Παρελθόν (απλό)
多角化した
Παρελθόν (ευγενικό)
多角化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
多角化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
多角化しませんでした
Τε-μορφή
多角化して
Δυνητική
多角化できる
Προστακτική
多角化しろ
Βουλητική
多角化しよう
Υποθετική (ば)
多角化すれば