ける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξημερώνει, ανατέλλει η ημέρα

Παραδείγματα

  • ける

    Ξημερώνει.

  • ひがしそらしろくなり、けました

    Ο ανατολικός ουρανός έγινε λευκός και ξημέρωσε.

  • ながよるけるのをちわび、とりたちのさえずりであたらしい一日いちにちはじまるのをかんじました。

    Ανυπομονούσα να ξημερώσει η μακρά νύχτα και ένιωσα την καινούργια μέρα να ξεκινά με το κελάηδισμα των πουλιών.

Κλίση

Παρόν (απλό)
夜が明ける
Παρόν (ευγενικό)
夜が明けます
Άρνηση (απλή)
夜が明けない
Άρνηση (ευγενική)
夜が明けません
Παρελθόν (απλό)
夜が明けた
Παρελθόν (ευγενικό)
夜が明けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
夜が明けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
夜が明けませんでした
Τε-μορφή
夜が明けて
Δυνητική
夜が明けられる
Προστακτική
夜が明けろ
Βουλητική
夜が明けよう
Υποθετική (ば)
夜が明ければ