ける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 η νύχτα προχωρά, η ώρα περνάει, βαθαίνει το σκοτάδι της νύχτας

Κλίση

Παρόν (απλό)
夜が更ける
Παρόν (ευγενικό)
夜が更けます
Άρνηση (απλή)
夜が更けない
Άρνηση (ευγενική)
夜が更けません
Παρελθόν (απλό)
夜が更けた
Παρελθόν (ευγενικό)
夜が更けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
夜が更けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
夜が更けませんでした
Τε-μορφή
夜が更けて
Δυνητική
夜が更けられる
Προστακτική
夜が更けろ
Βουλητική
夜が更けよう
Υποθετική (ば)
夜が更ければ