とぎ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 νυχτερινή φύλαξη ή φροντίδα (φρουρού, νοσοκόμου)
  2. 02 κοίμηση με άνδρα (κατά παραγγελία του)
  3. 03 νυχτερινή αγρύπνια πριν από την ταφή

Κλίση

Παρόν (απλό)
夜伽する
Παρόν (ευγενικό)
夜伽します
Άρνηση (απλή)
夜伽しない
Άρνηση (ευγενική)
夜伽しません
Παρελθόν (απλό)
夜伽した
Παρελθόν (ευγενικό)
夜伽しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
夜伽しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
夜伽しませんでした
Τε-μορφή
夜伽して
Δυνητική
夜伽できる
Προστακτική
夜伽しろ
Βουλητική
夜伽しよう
Υποθετική (ば)
夜伽すれば