えい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 νυχτερινή κατασκήνωση, διανυκτέρευση στο ύπαιθρο

Κλίση

Παρόν (απλό)
夜営する
Παρόν (ευγενικό)
夜営します
Άρνηση (απλή)
夜営しない
Άρνηση (ευγενική)
夜営しません
Παρελθόν (απλό)
夜営した
Παρελθόν (ευγενικό)
夜営しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
夜営しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
夜営しませんでした
Τε-μορφή
夜営して
Δυνητική
夜営できる
Προστακτική
夜営しろ
Βουλητική
夜営しよう
Υποθετική (ば)
夜営すれば