こう

ουσιαστικό, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 νυχτερινή μετακίνηση, περιπλάνηση τη νύχτα
  2. 02 συντομογραφία νυχτερινό τρένο
  3. 03 συντομογραφία νυχτερινή πομπή τεράτων, πνευμάτων κ.λπ. (γιακό)

Κλίση

Παρόν (απλό)
夜行する
Παρόν (ευγενικό)
夜行します
Άρνηση (απλή)
夜行しない
Άρνηση (ευγενική)
夜行しません
Παρελθόν (απλό)
夜行した
Παρελθόν (ευγενικό)
夜行しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
夜行しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
夜行しませんでした
Τε-μορφή
夜行して
Δυνητική
夜行できる
Προστακτική
夜行しろ
Βουλητική
夜行しよう
Υποθετική (ば)
夜行すれば