ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 νυχτερινό κελάηδημα (πουλιού κ.λπ.), νυχτερινή φωνή

Κλίση

Παρόν (απλό)
夜鳴きする
Παρόν (ευγενικό)
夜鳴きします
Άρνηση (απλή)
夜鳴きしない
Άρνηση (ευγενική)
夜鳴きしません
Παρελθόν (απλό)
夜鳴きした
Παρελθόν (ευγενικό)
夜鳴きしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
夜鳴きしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
夜鳴きしませんでした
Τε-μορφή
夜鳴きして
Δυνητική
夜鳴きできる
Προστακτική
夜鳴きしろ
Βουλητική
夜鳴きしよう
Υποθετική (ば)
夜鳴きすれば