ゆめちがえ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πράξη προσευχής ή εκτέλεσης επωδής ώστε να μην βγει αληθινό ένα κακό όνειρο

Κλίση

Παρόν (απλό)
夢違する
Παρόν (ευγενικό)
夢違します
Άρνηση (απλή)
夢違しない
Άρνηση (ευγενική)
夢違しません
Παρελθόν (απλό)
夢違した
Παρελθόν (ευγενικό)
夢違しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
夢違しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
夢違しませんでした
Τε-μορφή
夢違して
Δυνητική
夢違できる
Προστακτική
夢違しろ
Βουλητική
夢違しよう
Υποθετική (ば)
夢違すれば