おおいなる

άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μεγάλος, τεράστιος, σπουδαίος

Παραδείγματα

  • これは大いなるおおいなるリンゴです。

    Αυτό είναι ένα μεγάλο μήλο.

  • かれ大いなるおおいなるゆめっています。

    Έχει ένα μεγάλο όνειρο.

  • あらたな発見はっけんは、人類じんるいにとって大いなるおおいなる一歩いっぽとなるでしょう。

    Η νέα ανακάλυψη θα είναι ένα τεράστιο βήμα για την ανθρωπότητα.