おおウケ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μεγάλη επιτυχία, θερμή υποδοχή, μεγάλη δημοτικότητα, μεγάλη απήχηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
大ウケする
Παρόν (ευγενικό)
大ウケします
Άρνηση (απλή)
大ウケしない
Άρνηση (ευγενική)
大ウケしません
Παρελθόν (απλό)
大ウケした
Παρελθόν (ευγενικό)
大ウケしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
大ウケしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
大ウケしませんでした
Τε-μορφή
大ウケして
Δυνητική
大ウケできる
Προστακτική
大ウケしろ
Βουλητική
大ウケしよう
Υποθετική (ば)
大ウケすれば