だいヒット

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μεγάλη επιτυχία, σουξέ, δημοφιλές αντικείμενο (π.χ. ταινία, μουσική)

Κλίση

Παρόν (απλό)
大ヒットする
Παρόν (ευγενικό)
大ヒットします
Άρνηση (απλή)
大ヒットしない
Άρνηση (ευγενική)
大ヒットしません
Παρελθόν (απλό)
大ヒットした
Παρελθόν (ευγενικό)
大ヒットしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
大ヒットしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
大ヒットしませんでした
Τε-μορφή
大ヒットして
Δυνητική
大ヒットできる
Προστακτική
大ヒットしろ
Βουλητική
大ヒットしよう
Υποθετική (ば)
大ヒットすれば