だいじょうだんかまえる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κρατώ το σπαθί πάνω από το κεφάλι
  2. 02 συμπεριφέρομαι υπεροπτικά, είμαι αλαζονικός

Κλίση

Παρόν (απλό)
大上段に構える
Παρόν (ευγενικό)
大上段に構えます
Άρνηση (απλή)
大上段に構えない
Άρνηση (ευγενική)
大上段に構えません
Παρελθόν (απλό)
大上段に構えた
Παρελθόν (ευγενικό)
大上段に構えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
大上段に構えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
大上段に構えませんでした
Τε-μορφή
大上段に構えて
Δυνητική
大上段に構えられる
Προστακτική
大上段に構えろ
Βουλητική
大上段に構えよう
Υποθετική (ば)
大上段に構えれば