だいにする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φροντίζω, προσέχω, εκτιμώ, θεωρώ πολύτιμο, αγαπώ πολύ, έχω σε μεγάλη εκτίμηση

Παραδείγματα

  • 友達ともだち大事だいじにします

    Φροντίζω τους φίλους μου.

  • 時間じかん大事だいじにすることは、人生じんせいにおいてとても大切たいせつです。

    Είναι πολύ σημαντικό να εκτιμά κανείς τον χρόνο στη ζωή.

  • むかしおもは、年齢ねんれいかさねるごとに、より一層いっそう大事だいじにしたかんじるものです。

    Οι παλιές αναμνήσεις, όσο περνούν τα χρόνια, τις νιώθουμε όλο και πιο πολύτιμες και θέλουμε να τις φυλάμε.

Κλίση

Παρόν (απλό)
大事にする
Παρόν (ευγενικό)
大事にします
Άρνηση (απλή)
大事にしない
Άρνηση (ευγενική)
大事にしません
Παρελθόν (απλό)
大事にした
Παρελθόν (ευγενικό)
大事にしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
大事にしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
大事にしませんでした
Τε-μορφή
大事にして
Δυνητική
大事にできる
Προστακτική
大事にしろ
Βουλητική
大事にしよう
Υποθετική (ば)
大事にすれば