だい

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ενεργώ προσεκτικά, είμαι συνετός, δεν παίρνω ρίσκα, παίζω εκ του ασφαλούς

Κλίση

Παρόν (απλό)
大事を取る
Παρόν (ευγενικό)
大事を取ります
Άρνηση (απλή)
大事を取らない
Άρνηση (ευγενική)
大事を取りません
Παρελθόν (απλό)
大事を取った
Παρελθόν (ευγενικό)
大事を取りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
大事を取らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
大事を取りませんでした
Τε-μορφή
大事を取って
Δυνητική
大事を取れる
Προστακτική
大事を取れ
Βουλητική
大事を取ろう
Υποθετική (ば)
大事を取れば