大人おとな

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη αγορά μεγάλης ποσότητας (ειδικότερα συλλεκτικών ειδών που απευθύνονται σε παιδιά, όπως manga)

Κλίση

Παρόν (απλό)
大人買いする
Παρόν (ευγενικό)
大人買いします
Άρνηση (απλή)
大人買いしない
Άρνηση (ευγενική)
大人買いしません
Παρελθόν (απλό)
大人買いした
Παρελθόν (ευγενικό)
大人買いしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
大人買いしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
大人買いしませんでした
Τε-μορφή
大人買いして
Δυνητική
大人買いできる
Προστακτική
大人買いしろ
Βουλητική
大人買いしよう
Υποθετική (ば)
大人買いすれば