大たい切せつにする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αγαπώ, εκτιμώ, θεωρώ πολύτιμο
  2. 02 φροντίζω, προσέχω

Παραδείγματα

  • 家族かぞくを大切たいせつにします。

    Αγαπώ την οικογένειά μου.

  • 健康けんこうを大切たいせつにして、毎日まいにち運動うんどうしています。

    Επειδή εκτιμώ την υγεία μου, γυμνάζομαι κάθε μέρα.

  • 人ひととの出会であいを大切たいせつにし、一つ一つの縁えんを紡つむいでいくことが、人生じんせいを豊ゆたかにする鍵かぎだと信しんじています。

    Πιστεύω ότι το να εκτιμάμε τις ανθρώπινες επαφές και να δημιουργούμε σιγά σιγά κάθε σχέση, είναι το κλειδί για να κάνουμε τη ζωή μας πιο πλούσια.

Κλίση

Παρόν (απλό)
大切にする
Παρόν (ευγενικό)
大切にします
Άρνηση (απλή)
大切にしない
Άρνηση (ευγενική)
大切にしません
Παρελθόν (απλό)
大切にした
Παρελθόν (ευγενικό)
大切にしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
大切にしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
大切にしませんでした
Τε-μορφή
大切にして
Δυνητική
大切にできる
Προστακτική
大切にしろ
Βουλητική
大切にしよう
Υποθετική (ば)
大切にすれば