おおぐちける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χασμουριέμαι, ανοίγω διάπλατα το στόμα μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
大口を開ける
Παρόν (ευγενικό)
大口を開けます
Άρνηση (απλή)
大口を開けない
Άρνηση (ευγενική)
大口を開けません
Παρελθόν (απλό)
大口を開けた
Παρελθόν (ευγενικό)
大口を開けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
大口を開けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
大口を開けませんでした
Τε-μορφή
大口を開けて
Δυνητική
大口を開けられる
Προστακτική
大口を開けろ
Βουλητική
大口を開けよう
Υποθετική (ば)
大口を開ければ