おおごえ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υψώνω τη φωνή μου, φωνάζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
大声出す
Παρόν (ευγενικό)
大声出します
Άρνηση (απλή)
大声出さない
Άρνηση (ευγενική)
大声出しません
Παρελθόν (απλό)
大声出した
Παρελθόν (ευγενικό)
大声出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
大声出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
大声出しませんでした
Τε-μορφή
大声出して
Δυνητική
大声出せる
Προστακτική
大声出せ
Βουλητική
大声出そう
Υποθετική (ば)
大声出せば