たいきょうはい

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φτάνω στη φώτιση

Κλίση

Παρόν (απλό)
大悟の境に入る
Παρόν (ευγενικό)
大悟の境に入ります
Άρνηση (απλή)
大悟の境に入らない
Άρνηση (ευγενική)
大悟の境に入りません
Παρελθόν (απλό)
大悟の境に入った
Παρελθόν (ευγενικό)
大悟の境に入りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
大悟の境に入らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
大悟の境に入りませんでした
Τε-μορφή
大悟の境に入って
Δυνητική
大悟の境に入れる
Προστακτική
大悟の境に入れ
Βουλητική
大悟の境に入ろう
Υποθετική (ば)
大悟の境に入れば