たいきょ

ουσιαστικό, ρήμα, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μαζικά, με μεγάλη δύναμη, κατά κύματα
  2. 02 έργο μεγάλης κλίμακας, μεγαλεπήβολο σχέδιο

Κλίση

Παρόν (απλό)
大挙する
Παρόν (ευγενικό)
大挙します
Άρνηση (απλή)
大挙しない
Άρνηση (ευγενική)
大挙しません
Παρελθόν (απλό)
大挙した
Παρελθόν (ευγενικό)
大挙しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
大挙しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
大挙しませんでした
Τε-μορφή
大挙して
Δυνητική
大挙できる
Προστακτική
大挙しろ
Βουλητική
大挙しよう
Υποθετική (ば)
大挙すれば