だいかつやく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έντονη δραστηριότητα, μεγάλη χρησιμότητα, διαδραματίζω πρωταγωνιστικό ρόλο, εντυπωσιακή παρουσία, καταβάλλω μεγάλες προσπάθειες, εξαιρετικό έργο

Κλίση

Παρόν (απλό)
大活躍する
Παρόν (ευγενικό)
大活躍します
Άρνηση (απλή)
大活躍しない
Άρνηση (ευγενική)
大活躍しません
Παρελθόν (απλό)
大活躍した
Παρελθόν (ευγενικό)
大活躍しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
大活躍しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
大活躍しませんでした
Τε-μορφή
大活躍して
Δυνητική
大活躍できる
Προστακτική
大活躍しろ
Βουλητική
大活躍しよう
Υποθετική (ば)
大活躍すれば