たい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σοβαρή ζημιά, εκτεταμένη φθορά, συντριβή
  2. 02 συντριπτική ήττα (αντιπάλου), ισοπέδωση, ολοκληρωτική επικράτηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
大破する
Παρόν (ευγενικό)
大破します
Άρνηση (απλή)
大破しない
Άρνηση (ευγενική)
大破しません
Παρελθόν (απλό)
大破した
Παρελθόν (ευγενικό)
大破しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
大破しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
大破しませんでした
Τε-μορφή
大破して
Δυνητική
大破できる
Προστακτική
大破しろ
Βουλητική
大破しよう
Υποθετική (ば)
大破すれば