たいしゅうおもね

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συμβιβάζομαι με τη μάζα για χάρη του οφέλους, ενδίδω στα γούστα του πλήθους

Κλίση

Παρόν (απλό)
大衆に阿る
Παρόν (ευγενικό)
大衆に阿ります
Άρνηση (απλή)
大衆に阿らない
Άρνηση (ευγενική)
大衆に阿りません
Παρελθόν (απλό)
大衆に阿った
Παρελθόν (ευγενικό)
大衆に阿りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
大衆に阿らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
大衆に阿りませんでした
Τε-μορφή
大衆に阿って
Δυνητική
大衆に阿れる
Προστακτική
大衆に阿れ
Βουλητική
大衆に阿ろう
Υποθετική (ば)
大衆に阿れば