おお

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δηλώνω με αυτοπεποίθηση, δηλώνω περήφανα, δηλώνω με θεατρικό τρόπο
  2. 02 παίρνω πόζα (για δραματικό αποτέλεσμα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
大見得切る
Παρόν (ευγενικό)
大見得切ります
Άρνηση (απλή)
大見得切らない
Άρνηση (ευγενική)
大見得切りません
Παρελθόν (απλό)
大見得切った
Παρελθόν (ευγενικό)
大見得切りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
大見得切らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
大見得切りませんでした
Τε-μορφή
大見得切って
Δυνητική
大見得切れる
Προστακτική
大見得切れ
Βουλητική
大見得切ろう
Υποθετική (ば)
大見得切れば