おおめをむかえる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πλησιάζω στο φινάλε, φτάνω στο τέλος

Κλίση

Παρόν (απλό)
大詰めを迎える
Παρόν (ευγενικό)
大詰めを迎えます
Άρνηση (απλή)
大詰めを迎えない
Άρνηση (ευγενική)
大詰めを迎えません
Παρελθόν (απλό)
大詰めを迎えた
Παρελθόν (ευγενικό)
大詰めを迎えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
大詰めを迎えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
大詰めを迎えませんでした
Τε-μορφή
大詰めを迎えて
Δυνητική
大詰めを迎えられる
Προστακτική
大詰めを迎えろ
Βουλητική
大詰めを迎えよう
Υποθετική (ば)
大詰めを迎えれば