おお

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βαριά ήττα, συντριπτική ήττα
  2. 02 μεγάλη έκπτωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
大負けする
Παρόν (ευγενικό)
大負けします
Άρνηση (απλή)
大負けしない
Άρνηση (ευγενική)
大負けしません
Παρελθόν (απλό)
大負けした
Παρελθόν (ευγενικό)
大負けしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
大負けしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
大負けしませんでした
Τε-μορφή
大負けして
Δυνητική
大負けできる
Προστακτική
大負けしろ
Βουλητική
大負けしよう
Υποθετική (ば)
大負けすれば