大量発行
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 μαζική έκδοση (π.χ. ομολόγων), μεγάλη κυκλοφορία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 大量発行する
- Παρόν (ευγενικό)
- 大量発行します
- Άρνηση (απλή)
- 大量発行しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 大量発行しません
- Παρελθόν (απλό)
- 大量発行した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 大量発行しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 大量発行しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 大量発行しませんでした
- Τε-μορφή
- 大量発行して
- Δυνητική
- 大量発行できる
- Προστακτική
- 大量発行しろ
- Βουλητική
- 大量発行しよう
- Υποθετική (ば)
- 大量発行すれば
- Υποθετική (たら)
- 大量発行したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 大量発行したい
- Απαγορευτική (~な)
- 大量発行するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 大量発行しなさい
- Παθητική
- 大量発行される
- Αιτιατική
- 大量発行させる