たいぎょいっする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός χάνω μια μεγάλη ευκαιρία, αφήνω μια σπουδαία ευκαιρία να πάει χαμένη, αφήνω ένα μεγάλο ψάρι να ξεφύγει

Κλίση

Παρόν (απλό)
大魚を逸する
Παρόν (ευγενικό)
大魚を逸します
Άρνηση (απλή)
大魚を逸しない
Άρνηση (ευγενική)
大魚を逸しません
Παρελθόν (απλό)
大魚を逸した
Παρελθόν (ευγενικό)
大魚を逸しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
大魚を逸しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
大魚を逸しませんでした
Τε-μορφή
大魚を逸して
Δυνητική
大魚を逸できる
Προστακτική
大魚を逸しろ
Βουλητική
大魚を逸しよう
Υποθετική (ば)
大魚を逸すれば