あまける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανοίγουν οι ουρανοί, βρέχει καταρρακτωδώς

Κλίση

Παρόν (απλό)
天が抜ける
Παρόν (ευγενικό)
天が抜けます
Άρνηση (απλή)
天が抜けない
Άρνηση (ευγενική)
天が抜けません
Παρελθόν (απλό)
天が抜けた
Παρελθόν (ευγενικό)
天が抜けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
天が抜けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
天が抜けませんでした
Τε-μορφή
天が抜けて
Δυνητική
天が抜けられる
Προστακτική
天が抜けろ
Βουλητική
天が抜けよう
Υποθετική (ば)
天が抜ければ