てんつばする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός βλάπτω τον εαυτό μου προσπαθώντας να βλάψω κάποιον άλλον, γυρίζει μπούμερανγκ, φτύνω ψηλά και πέφτει πάνω μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
天に唾する
Παρόν (ευγενικό)
天に唾します
Άρνηση (απλή)
天に唾しない
Άρνηση (ευγενική)
天に唾しません
Παρελθόν (απλό)
天に唾した
Παρελθόν (ευγενικό)
天に唾しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
天に唾しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
天に唾しませんでした
Τε-μορφή
天に唾して
Δυνητική
天に唾できる
Προστακτική
天に唾しろ
Βουλητική
天に唾しよう
Υποθετική (ば)
天に唾すれば