てんあおぎてつばき

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός βλάπτω τον εαυτό μου προσπαθώντας να βλάψω κάποιον άλλον, επιζημιώνω τον εαυτό μου για να εκδικηθώ κάποιον, κοιτάζω προς τον ουρανό και φτύνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
天を仰ぎて唾すする
Παρόν (ευγενικό)
天を仰ぎて唾すします
Άρνηση (απλή)
天を仰ぎて唾すしない
Άρνηση (ευγενική)
天を仰ぎて唾すしません
Παρελθόν (απλό)
天を仰ぎて唾すした
Παρελθόν (ευγενικό)
天を仰ぎて唾すしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
天を仰ぎて唾すしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
天を仰ぎて唾すしませんでした
Τε-μορφή
天を仰ぎて唾すして
Δυνητική
天を仰ぎて唾すできる
Προστακτική
天を仰ぎて唾すしろ
Βουλητική
天を仰ぎて唾すしよう
Υποθετική (ば)
天を仰ぎて唾すすれば