てんあお

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοιτάζω προς τον ουρανό, ατενίζω τον ουρανό, στρέφω το βλέμμα μου προς τα πάνω
  2. 02 ιδιωματισμός κοιτάζω τον ουρανό (από απογοήτευση ή απόγνωση), ατενίζω τον ουρανό αβοήθητος

Κλίση

Παρόν (απλό)
天を仰ぐ
Παρόν (ευγενικό)
天を仰ぎます
Άρνηση (απλή)
天を仰がない
Άρνηση (ευγενική)
天を仰ぎません
Παρελθόν (απλό)
天を仰いだ
Παρελθόν (ευγενικό)
天を仰ぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
天を仰がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
天を仰ぎませんでした
Τε-μορφή
天を仰いで
Δυνητική
天を仰げる
Προστακτική
天を仰げ
Βουλητική
天を仰ごう
Υποθετική (ば)
天を仰げば