てんする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υψώνομαι ως τον ουρανό (για κτίρια κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
天を摩する
Παρόν (ευγενικό)
天を摩します
Άρνηση (απλή)
天を摩しない
Άρνηση (ευγενική)
天を摩しません
Παρελθόν (απλό)
天を摩した
Παρελθόν (ευγενικό)
天を摩しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
天を摩しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
天を摩しませんでした
Τε-μορφή
天を摩して
Δυνητική
天を摩できる
Προστακτική
天を摩しろ
Βουλητική
天を摩しよう
Υποθετική (ば)
天を摩すれば