てん

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υψώνομαι πανύψηλα, τρυπώ τον ουρανό
  2. 02 ξεχειλίζω (από ενέργεια), φουντώνω (για πνεύμα, ορμή), κορυφώνομαι (για συναίσθημα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
天を衝く
Παρόν (ευγενικό)
天を衝きます
Άρνηση (απλή)
天を衝かない
Άρνηση (ευγενική)
天を衝きません
Παρελθόν (απλό)
天を衝いた
Παρελθόν (ευγενικό)
天を衝きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
天を衝かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
天を衝きませんでした
Τε-μορφή
天を衝いて
Δυνητική
天を衝ける
Προστακτική
天を衝け
Βουλητική
天を衝こう
Υποθετική (ば)
天を衝けば