あまくだ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνταξιοδότηση ανώτερων κυβερνητικών αξιωματούχων και ανάληψη κερδοφόρας θέσης σε ιδιωτική ή ημιδημόσια επιχείρηση
  2. 02 εντολή (από ανώτερο προς κατώτερο, από την κυβέρνηση στον ιδιωτικό τομέα κ.λπ.), διαταγή, επιβολή
  3. 03 κάθοδος από τους ουρανούς

Κλίση

Παρόν (απλό)
天下りする
Παρόν (ευγενικό)
天下りします
Άρνηση (απλή)
天下りしない
Άρνηση (ευγενική)
天下りしません
Παρελθόν (απλό)
天下りした
Παρελθόν (ευγενικό)
天下りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
天下りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
天下りしませんでした
Τε-μορφή
天下りして
Δυνητική
天下りできる
Προστακτική
天下りしろ
Βουλητική
天下りしよう
Υποθετική (ば)
天下りすれば