てんめい

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γίνομαι πενήντα ετών, φτάνω στην ηλικία των πενήντα ετών

Κλίση

Παρόν (απλό)
天命を知る
Παρόν (ευγενικό)
天命を知ります
Άρνηση (απλή)
天命を知らない
Άρνηση (ευγενική)
天命を知りません
Παρελθόν (απλό)
天命を知った
Παρελθόν (ευγενικό)
天命を知りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
天命を知らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
天命を知りませんでした
Τε-μορφή
天命を知って
Δυνητική
天命を知れる
Προστακτική
天命を知れ
Βουλητική
天命を知ろう
Υποθετική (ば)
天命を知れば