てんごくされる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πηγαίνω στον παράδεισο, καλώμαι στους ουρανούς

Κλίση

Παρόν (απλό)
天国に召される
Παρόν (ευγενικό)
天国に召されます
Άρνηση (απλή)
天国に召されない
Άρνηση (ευγενική)
天国に召されません
Παρελθόν (απλό)
天国に召された
Παρελθόν (ευγενικό)
天国に召されました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
天国に召されなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
天国に召されませんでした
Τε-μορφή
天国に召されて
Δυνητική
天国に召されられる
Προστακτική
天国に召されろ
Βουλητική
天国に召されよう
Υποθετική (ば)
天国に召されれば