てんばつくだ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υφίσταμαι θεϊκή τιμωρία

Κλίση

Παρόν (απλό)
天罰が下る
Παρόν (ευγενικό)
天罰が下ります
Άρνηση (απλή)
天罰が下らない
Άρνηση (ευγενική)
天罰が下りません
Παρελθόν (απλό)
天罰が下った
Παρελθόν (ευγενικό)
天罰が下りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
天罰が下らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
天罰が下りませんでした
Τε-μορφή
天罰が下って
Δυνητική
天罰が下れる
Προστακτική
天罰が下れ
Βουλητική
天罰が下ろう
Υποθετική (ば)
天罰が下れば