天馬空を行く
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός προχωρώ ανεμπόδιστα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 天馬空を行く
- Παρόν (ευγενικό)
- 天馬空を行きます
- Άρνηση (απλή)
- 天馬空を行かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 天馬空を行きません
- Παρελθόν (απλό)
- 天馬空を行いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 天馬空を行きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 天馬空を行かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 天馬空を行きませんでした
- Τε-μορφή
- 天馬空を行いて
- Δυνητική
- 天馬空を行ける
- Προστακτική
- 天馬空を行け
- Βουλητική
- 天馬空を行こう
- Υποθετική (ば)
- 天馬空を行けば
- Υποθετική (たら)
- 天馬空を行いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 天馬空を行きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 天馬空を行くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 天馬空を行きなさい
- Παθητική
- 天馬空を行かれる
- Αιτιατική
- 天馬空を行かせる