太刀打たちうちできる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μπορώ να ανταπεξέλθω, έχω πιθανότητες επιτυχίας απέναντι σε κάποιον, μπορώ να ανταγωνιστώ, μπορώ να σταθώ στο ύψος των περιστάσεων

Κλίση

Παρόν (απλό)
太刀打ちできる
Παρόν (ευγενικό)
太刀打ちできます
Άρνηση (απλή)
太刀打ちできない
Άρνηση (ευγενική)
太刀打ちできません
Παρελθόν (απλό)
太刀打ちできた
Παρελθόν (ευγενικό)
太刀打ちできました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
太刀打ちできなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
太刀打ちできませんでした
Τε-μορφή
太刀打ちできて
Δυνητική
太刀打ちできられる
Προστακτική
太刀打ちできろ
Βουλητική
太刀打ちできよう
Υποθετική (ば)
太刀打ちできれば