おっとてる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συμπεριφέρομαι στον σύζυγό μου με τον δέοντα σεβασμό

Κλίση

Παρόν (απλό)
夫を立てる
Παρόν (ευγενικό)
夫を立てます
Άρνηση (απλή)
夫を立てない
Άρνηση (ευγενική)
夫を立てません
Παρελθόν (απλό)
夫を立てた
Παρελθόν (ευγενικό)
夫を立てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
夫を立てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
夫を立てませんでした
Τε-μορφή
夫を立てて
Δυνητική
夫を立てられる
Προστακτική
夫を立てろ
Βουλητική
夫を立てよう
Υποθετική (ば)
夫を立てれば