ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξαφανίζομαι
  2. 02 έχω χαθεί, έχω απομακρυνθεί

Κλίση

Παρόν (απλό)
失せ去る
Παρόν (ευγενικό)
失せ去ります
Άρνηση (απλή)
失せ去らない
Άρνηση (ευγενική)
失せ去りません
Παρελθόν (απλό)
失せ去った
Παρελθόν (ευγενικό)
失せ去りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
失せ去らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
失せ去りませんでした
Τε-μορφή
失せ去って
Δυνητική
失せ去れる
Προστακτική
失せ去れ
Βουλητική
失せ去ろう
Υποθετική (ば)
失せ去れば