失しっ敬けい

ουσιαστικό, ρήμα, επίθετο, επιφώνημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αγένεια, απρέπεια, ασέβεια, θράσος
  2. 02 ανδρικό αποχώρηση, αναχώρηση, αποχαιρετισμός
  3. 03 αφαίρεση χωρίς άδεια, κλοπή, υφαίρεση, μικροκλοπή
  4. 04 ανδρικό συγγνώμη, πρέπει να φύγω τώρα, αντίο

Παραδείγματα

  • 失敬しっけいします。

    Με συγχωρείτε.

  • このような発言はつげんは失敬しっけいだと思おもいます。

    Θεωρώ ότι μια τέτοια δήλωση είναι αγενής.

  • 皆様みなさま、途中とちゅうで失礼しつれいですが、時間じかんの都合つごうで失敬しっけいさせていただきます。

    Κύριοι, με συγχωρείτε που φεύγω στα μέσα, αλλά πρέπει να αποχωρήσω λόγω έλλειψης χρόνου.

Κλίση

Παρόν (απλό)
失敬する
Παρόν (ευγενικό)
失敬します
Άρνηση (απλή)
失敬しない
Άρνηση (ευγενική)
失敬しません
Παρελθόν (απλό)
失敬した
Παρελθόν (ευγενικό)
失敬しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
失敬しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
失敬しませんでした
Τε-μορφή
失敬して
Δυνητική
失敬できる
Προστακτική
失敬しろ
Βουλητική
失敬しよう
Υποθετική (ば)
失敬すれば