しっしょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γέλιο σε ακατάλληλη στιγμή, αδυναμία συγκράτησης του γέλιου
  2. 02 καθομιλουμένη περιφρονητικό γέλιο, ειρωνικό γέλιο

Κλίση

Παρόν (απλό)
失笑する
Παρόν (ευγενικό)
失笑します
Άρνηση (απλή)
失笑しない
Άρνηση (ευγενική)
失笑しません
Παρελθόν (απλό)
失笑した
Παρελθόν (ευγενικό)
失笑しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
失笑しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
失笑しませんでした
Τε-μορφή
失笑して
Δυνητική
失笑できる
Προστακτική
失笑しろ
Βουλητική
失笑しよう
Υποθετική (ば)
失笑すれば