しっしょう

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γίνομαι περίγελος, προκαλώ τα γέλια (π.χ. κάνοντας κάτι ανόητο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
失笑を買う
Παρόν (ευγενικό)
失笑を買います
Άρνηση (απλή)
失笑を買わない
Άρνηση (ευγενική)
失笑を買いません
Παρελθόν (απλό)
失笑を買った
Παρελθόν (ευγενικό)
失笑を買いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
失笑を買わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
失笑を買いませんでした
Τε-μορφή
失笑を買って
Δυνητική
失笑を買える
Προστακτική
失笑を買え
Βουλητική
失笑を買おう
Υποθετική (ば)
失笑を買えば